Η έρευνα που διεξάγεται στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεματικών περιοχών της Σεισμολογίας, της Φυσικής του Εσωτερικού της Γης και της Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής. Η έρευνα αυτή αποσκοπεί στη διεύρυνση των επιστημονικών γνώσεων, στην υποστήριξη εφαρμογών οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος, και στην υποστήριξη και βελτίωση της 24ωρης παρακολούθησης της σεισμικής δράσης και των φαινομένων τσουνάμι στον Ελλαδικό χώρο.

Μελέτες σεισμικότητας, κυρίως του Ελλαδικού χώρου και των γύρω περιοχών, εστιάζουν στις προσεισμικές και μετασεισμικές ακολουθίες, στη μικροσεισμική δράση και τις σμηνοσειρές, στα πρότυπα σεισμικότητας, στην επαγόμενη σεισμικότητα και τη διέγερση σεισμών, στην ιστορική σεισμικότητα και στον καθορισμό του δυναμικού ενεργών ρηγμάτων και την αλληλεπίδραση τους. Η έρευνα στον τομέα αυτό βρίσκει ιδιαίτερη εφαρμογή σε περιόδους σεισμικών εξάρσεων οπότε προκύπτει η μεγάλης κοινωνικής σημασίας ανάγκη για αξιολόγηση της σεισμικής δράσης σε σχεδόν πραγματικό χρόνο και η διατύπωση εισηγήσεων προς την πολιτεία και συστάσεων προς το ευρύ κοινό.

Για την κατανόηση των ιδιοτήτων της σεισμικής πηγής διεξάγεται έρευνα που περιλαμβάνει τον μηχανισμό γένεσης των σεισμών, την κατευθυντικότητα στη διάδοση της σεισμικής ενέργειας, τα φασματικά χαρακτηριστικά των σεισμών και τις δυναμικές παραμέτρους της σεισμικής διάρρηξης.

Η μελέτη της δομής του φλοιού του Ελλαδικού χώρου επιτυγχάνεται με έρευνα για την κατακόρυφη μεταβολή των σεισμικών ταχυτήτων, ενώ με μεθόδους επαναπροσδιορισμού των σεισμικών παραμέτρων και σεισμικής τομογραφίας γίνεται απεικόνιση τόσο του φλοιού όσο και σημαντικού τμήματος του μανδύα της Γης.

Στην θεματική περιοχή της σεισμοτεκτονικής, η έρευνα που διεξάγεται στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο περιλαμβάνει την παλαιοσεισμολογία, δηλαδή τη μελέτη προενόργανων σεισμών με γεωλογικές μεθόδους, τη συσχέτιση ενεργών ρηγμάτων τόσο με ιστορικούς σεισμούς όσο και με τη μικροσεισμική δράση και τις τεκτονικές τάσεις, και τον εντοπισμό νέων ρηξιγενών ζωνών από τη μικροσεισμική δράση.

Η μελέτη της δομής όσο και της σεισμοτεκτονικής αποτελούν πεδία έρευνας μεγάλης σπουδαιότητας γιατί οδηγούν στην παραγωγή νέων γνώσεων που υποστηρίζουν αποφασιστικά άλλα πεδία έρευνας.

Οι αναμενόμενοι ισχυροί εδαφικοί κραδασμοί προσεγγίζονται με την κατανόηση της διάδοσης των σεισμικών κυμάτων στο εσωτερικό της Γης και την αναζήτηση νόμων απόσβεσης τους, και με τον καθορισμό συνθετικών ισχυρών σεισμικών δονήσεων τόσο με στοχαστική διαδικασία όσο και με τη χρήση συναρτήσεων.

Ο καθορισμός της σεισμικής επικινδυνότητας περιλαμβάνει έρευνα που στοχεύει στη βελτίωση των αλγορίθμων υπολογισμού τόσο των αναμενόμενων σεισμικών επιταχύνσεων, ταχυτήτων και μετατοπίσεων, όσο και των αναγκαίων στατιστικών παραμέτρων και στην εναρμόνιση των διαφορετικών μεθοδολογιών που αναπτύσσονται. Εδώ υπάγονται οι μικροζωνικές μελέτες και οι προδιαγραφές τους. Οι αναμενόμενοι ισχυροί κραδασμοί, η σεισμική επικινδυνότητα και οι μικορζωνικές αποτελούν έναν ευρύ τομέα της εφαρμοσμένης σεισμολογίας με κοινωνική και οικονομική σπουδαιότητα γιατί άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα οδηγούν στη βελτίωση των κανονισμών που διέπουν τη δόμηση αντισεισμικών κατασκευών.

Η πρόγνωση των σεισμών αποτελεί πάντα επίκαιρο πεδίο έρευνας παρά το ότι διεθνώς προς το παρόν δεν υπάρχουν μέθοδοι γενικής αποδοχής και εφαρμογής. Στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο διεξάγεται έρευνα που βασίζεται στην αναγνώριση προτύπων σεισμικότητας, π.χ. για τη χωροχρονική μεταβολή της σεισμικής δράσης, και στη στατιστική των σεισμών με την ανάπτυξη κατάλληλων αλγορίθμων. Επίσης, αναπτύσσονται και γεωφυσικές, κυρίως μαγνητοτελλουρικές, μεθόδοι.

Τα τσουνάμι (παλιρροϊκά κύματα), δεν εμφανίζονται συχνά στη Μεσόγειο αλλά όταν εμφανίζονται είναι ιδιαίτερα καταστροφικά. Στον Ελλαδικό χώρο, λόγω της υψηλής σεισμικότητας τα τσουνάμι έχουν τη μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης σε όλο τον  Ευρω-Μεσογειακό χώρο. Η έρευνα στον τομέα αυτό διεξάγεται στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο με σκοπό τόσο τη βελτίωση της επιστημονικής γνώσης, όσο και την ανάπτυξη του εθνικού κέντρου προειδοποίησης για τσουνάμι με το οποίο η πολιτεία επιφόρτισε το Ινστιτούτο το 2010, και την υποστήριξη μέτρων προστασίας και δράσεων ενημέρωσης και εκπαίδευσης. Η έρευνα περιλαμβάνει την οργάνωση καταλόγων και βάσεων δεδομένων, τους γεωφυσικούς μηχανισμούς γένεσης των κυμάτων τσουνάμι, την αριθμητική προσομοίωση της γένεσης, διάδοσης και αναρρίχησης των κυμάτων, τον εντοπισμό παλαιοτσουνάμι με γεωλογικές μεθόδους, την ανάπτυξη κλιμάκων έντασης και την εκτίμηση της επικινδυνότητας, και την ανάπτυξη τοπικών συστημάτων προειδοποίησης.

Οι ερευνητικές δραστηριότητες του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου επεκτείνονται στη Γεωλογική Τηλεπισκόπηση και περιλαμβάνουν την τηλεπισκόπηση ενεργών ρηγμάτων και κατολισθήσεων, τη μελέτη της τεμαχοποίησης των ενεργών και νεοτεκτονικών ρηγμάτων, τη θερμική τηλεπισκόπηση του ηφαιστειακού τόξου και ρηγμάτων που εντοπιζονται εκεί, την υπερφασματική τηλεπισκόπηση υδροθερμικών εξαλλοιώσεων, την ψηφιακή γεωμορφομετρία, τη συμβολομετρία εικόνων ραντάρ και αρχαιολογικές εφαρμογές τηλεπισκόπησης.

Η Εφαρμοσμένη Γεωφυσική έρευνα επίσης περιλαμβάνεται στις ερευνητικές δραστηριότητες του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου. Εφαρμόζονται κυρίως σεισμικές μέθοδοι ανάκλασης και διάθλασης, σεισμικής και γεωηλεκτρικής τομογραφίας, γεωραντάρ, και επιπλέον μαγνητικές, ηλεκτρομαγνητικές και βαρυτικές μέθοδοι. Οι μέθοδοι αυτές  βρίσκουν ποικίλες εφαρμογές σε κατασκευαστικά έργα, σε γεωλογικά, μεταλλευτικά και σε περιβαλλοντικά θέματα και σε αρχαιολογικές έρευνες.

Η έρευνα που αναπτύσσεται στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο υποστηρίζεται ουσιαστικά από το εθνικό δίκτυο σεισμογράφων και το δίκτυο φορητών σεισμογράφων, από τα δίκτυα επιταχυνσιογράφων και GPS, από τα υπό ανάπτυξη  δίκτυα παλιρροιογράφων και μαγνητομέτρων και από ενόργανο γεωφυσικό εξοπλισμό.

Κύλιση στην Αρχή